Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Δάκρυα σχολικού αγιασμού


Πόση χαρά να νιώθουν άραγε οι γονείς καθώς θα βλέπουν τα παιδάκια τους να πηγαίνουν την πρώτη μέρα στο σχολείο; Ημέρα χαράς και συγκίνησης αυτή η πρώτη των σχολείων και κάποια δάκρυα θα κυλούν καθώς οι ιερείς αρχίζουν να αγιάζουν τα κεφάλια των μαθητών, τους χώρους των σχολείων και τις μορφές των επισήμων που σε λίγο θα επιδοθούν στο ανιαρό τους λειτούργημα : λόγος περί ιδεωδών και γνώσεων.
       Μόνο που η χρονιά αυτή θα αρχίσει με περισσότερα δάκρυα απ’όσα χύνουν οι μητέρες για τα παιδάκια που αρχίζουν το σχολείο. Και δεν θα είναι δάκρυα χαράς ή συγκίνησης, αλλά λύπης. Δεκάδες εκπαιδευτικοί δεν θα βρίσκονται πια στον αγιασμό των σχολείων τους και τα δάκρυά τους θα είναι δάκρυα απελπισίας για την αβεβαιότητα που τους χάρισαν οι Σωτήρες της χώρας και κατά παράδοση και εξακολούθηση μεταρρυθμιστές του σχολικού μας συστήματος. Μαζί με τους εκπαιδευτικούς αυτούς, χιλιάδες άλλοι καλοντυμένοι μα σκυθρωποί θα παρακολουθήσουν με βλέμμα απλανές, με καρδιά βαριά και με σκέψεις μαύρες, τον σχολικό αγιασμό για το καλό μιας σχολικής χρονιάς που, παραδοσιακά πια, θα βρίσκεται σε αναμμένα κάρβουνα. Παραδέρνοντας ανάμεσα στην αοριστία των πλαδαρών της γνώσεων και την βεβαιότητα της α(ν)εργίας ως τελικής κατάληξης, θα ξεκινήσει με τις ευχές των Αρχών και την αισιοδοξία πως η μεταρρυθμιστική τους σκέψη θα οδηγήσει την Παιδεία μας σε ορίζοντες νέους.
        Απέναντι στους αγχωμένους και σκυθρωπούς εκπαιδευτικούς θα παραταχθούν οι γεμάτοι ελπίδες επίσημοι. Δάκρυα απελπισίας θα κυλούν από τα μάτια των σκεπτόμενων ανθρώπων καθώς θα ακούνε από τα επίσημα χείλη για ιδεώδη που ποτέ δεν  πρόκριναν. Για ηθικές αξίες που ποτέ δεν σεβάστηκαν. Για παιδεία που ποτέ δεν απόκτησαν. Για αξιοκρατία που ποτέ δεν γνώρισαν. Για σεβασμό των θεσμών που διαρκώς αγνοούν. Πόσοι αγιασμοί χρειάζεται ακόμη να γίνουν ώστε να μπορέσουμε επιτέλους ν’αρχίσουμε ήρεμα κι ευχάριστα μια σχολική χρονιά; Δύσκολο! Ίσως και ακατόρθωτο!
Ο Υπουργός της Παιδείας και Πανεπιστημιακός Δάσκαλος (όπως και τόσοι άλλοι), σε συνέντευξή του σε πρωινή εκπομπή στα τέλη Ιουλίου αναφέρθηκε στο ακατόρθωτο του πράγματος. «Παλεύουμε» είπε, «να διορθώσουμε στρεβλώσεις 30 και πλέον χρόνων». Μα την αλήθεια ωραίος αγώνας! Αλλά ποιος είναι υπεύθυνος για τις στρεβλώσεις αυτές των 30 και πλέον χρόνων; Οι δεκάδες των εκπαιδευτικών που σήμερα θεωρούνται «υπεράριθμοι» και οι ειδικότητές τους κόβονται σε μια νύχτα μέσα, ενώ οι ίδιοι καταλήγουν σε μια κινητικότητα προς την ανεργία; Μήπως φταίνε οι χιλιάδες των οικογενειών που δανείστηκαν για να αγοράσουν ένα σπίτι και εξαπατήθηκαν από τους γυρολόγους της πολιτικής για να ασπασθούν το «Πιστεύω» της καταναλωτικής υπανάπτυξης που τους προσέφεραν ως ένδειξη της δυνατής Ελλάδας που κατασκεύαζαν; Να φταίνε άραγε οι χιλιάδες άνεργοι νέοι που πίστεψαν πως τα διάσπαρτα πανεπιστημιακά περίπτερα τους έδιναν πτυχία το ίδιο ακάλυπτα με τις χιλιάδες επιταγές που βόσκουν στις ακριβοπληρωμένες από τον Έλληνα πολίτη τράπεζες; Μήπως σε τέτοιο περίπτερο δεν έγινε τρανός επιστήμων και ο πρώην υφυπουργός της Παιδείας, ο νυν Υπουργός της Παιδείας και δεκάδες άλλοι Δημοσιοφάγοι Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι τύπου ;
       Στο «τις πταίει;» που του απευθύνει ο δημοσιογράφος (σημειώστε πως ήταν ο κ. Χασαπόπουλος του Mega! Mάλιστα!) συμπληρώνοντας πως η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ βρίσκονται στην εξουσία από το 1974, ο Υπουργός της Παιδείας απαντά : «Εμείς είχαμε συγκεκριμένο πλαίσιο πολιτικής αλλά δεν κυβερνήσαμε όσο το ΠΑΣΟΚ, για να υλοποιήσουμε την πολιτική μας». Μα φυσικά! Δεν φταίει αυτός για το σημερινό χάλι, φταίει ο άλλος! Υπάρχουν και περισσότερο διασκεδαστικές δηλώσεις από Αργολιδείς γυρολόγους της πολιτικής που παραδέχονται «με συντριβή ψυχής πως έστελναν το λογαριασμό για πληρωμή στις επόμενες γενιές». Αλλά με την παραδοχή δεν σημαίνει πως  αποκτούν και ήθος! Αντίθετα, εξαχρειώνονται ακόμη περισσότερο προσπαθώντας να πείσουν πως είναι οι μοναδικοί σωτήρες του Έθνους. Μας οδηγούν σε νέους ορίζοντες όπως διαλαλούν με την ευκαιρία της νέας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Παλαιομοδίτικη πολιτικάντικη πρακτική κλασικά ελληνική! Όταν ακόμη και οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν ανακαλύψει τους νέους ορίζοντες εδώ και πολλά χρόνια, η δυνατή Ελλάδα επιμένει να ψάχνει να τους βρει!.  Και το παιχνίδι συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό και δεκάδες παράπλευρες απώλειες.
       Ξέρω… πως αν σας πω για μερικές εκατοντάδες δημοσίους υπαλλήλους που βρίσκονται μετέωροι πάνω από το γκρεμό της ανεργίας, θα μου απαντήσετε πως υπάρχουν κάμποσες χιλιάδες υπάλληλοι και εργάτες που έχουν ήδη γκρεμιστεί. Δεν έχετε άδικο! Αλλά και δεν στέκεται το επιχείρημα αυτό σε μια χώρα όπου το Κράτος από τη γέννησή του λειτούργησε ως εργοδότης. Χρειάζεται να δείξουμε εμείς οι πολίτες πως, σε αντίθεση με τους πολλούς πολιτικάντηδες, μπορούμε ακόμα να σκεφτούμε σοβαρά. Έχουμε ακόμη τη θέληση και τη δύναμη να συγκρίνουμε και να κρίνουμε. Αποτελούμε ακόμη τη δύναμη μιας κοινωνίας που παρά το γεγονός πως βρίσκεται γονατισμένη, δεν σκιάζεται να χάσει τη σκλαβιά του πολιτικάντικου ρουσφετιού και της ασυδοσίας και να συμβάλει στη διαμόρφωση από την αρχή μιας πατρίδας που θα σέβεται τους πολίτες της, τις αξίες τους και τις δυνατότητές τους. Που δεν θα δέχεται τα κολλυβογράμματα που της πασάρουν για μόρφωση, αλλά θα αναζητεί την καλλιέργεια του πνεύματος και της ψυχής σε κάθε εργασία, στην αξιοπρέπεια της παρουσίας, στη συνείδηση της αξιοκρατικής λειτουργίας και στην εξυπηρέτηση της κοινής λογικής και των κοινών σκοπών.
       Στον σχολικό αγιασμό θα δακρύσουμε όλοι για την κατάντια μιας κοινωνίας που δεν άξιζε τέτοιους ηγετίσκους της καταστροφής και της συμφοράς. Θα δακρύσουμε όλοι για την ατυχία να έχουμε συνδικαλιστικές ηγεσίες ανίκανων να  συνθέσουν κοινές θέσεις που να μας προσανατολίζουν στο εφικτό. Θα δακρύσουμε όλοι για τα χρόνια που χάσαμε, για την ενέργεια που δαπανήσαμε, για τις θυσίες που κάναμε ώστε να έχουμε το χειρότερο αποτέλεσμα για μας και τα παιδιά μας. Ίσως όμως αυτό το δάκρυ και να μπορέσει να ξεπλύνει τη ντροπή. Αν γίνει αυτό, τότε θα πρόκειται για ένα πραγματικό αναστάσιμο μήνυμα.

                                                                                                   Γ.Κόνδης
                                                                                     (ΑΡΓΟΛΙΔΑ, 10-9-2013)

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ : 28 0ΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940





«Η εικοστή ογδόη του Οκτωβρίου ανήκει στις μεγάλες μέρες  του Έθνους. Πρέπει να την ξανασυλλογιζόμαστε κάθε φορά που ξανάρχεται. Να την κάνουμε παραμύθι εμείς , που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τη ζήσαμε. Να τη λέμε στα παιδιά μας, κ’εκείνα στα παιδιά των παιδιών τους. Κ’έτσι πάντα να γίνεται. Και το παραμύθι να μην είναι ψυχρό, χωρίς χρώμα και χωρίς ψυχή∙ και αδιάφορο. Να έχη κάτι από τον πόνο μας, από τον καημό μιας φυλής, από το πάθος μας και την περηφάνεια μας. Έτσι, καθώς στα πανάρχαια χρόνια. Έτσι καθώς στα νεώτερα χρόνια, με το Εικοσιένα, τον μεγάλο Αγώνα».

(Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, Η όρθια ψυχή)

«Η 27η Οκτωβρίου, Κυριακή, πέρασε στην Αθήνα ήρεμη. Η νύχτα προς την 28η, στην Ήπειρο, στα Γιάννινα, είταν βροχερή πολύ. Αργά το βράδι, στο οίκημα της Όγδοης Μεραρχίας, συνεργάζονταν ο Διοικητής της με τον Επιτελάρχη του και τον Διοικητή του ΙΙΙ γραφείου, του γραφείου Επιχειρήσεων. Η κατάσταση γι’αυτούς που κάτι ήξεραν, είταν σοβαρή. Δυο ημέρες πριν, είχε τηλεφωνήσει από ψηλά, την Πίνδο, ο συνταγματάρχης Δαβάκης, πως αντίκρυ του τα ιταλικά τμήματα είχανε πάρει διάταξη επιθετική. Η πληροφορία επιβεβαιώθηκε σε λίγο από μηνύματα του μετώπου της Όγδοης μεραρχίας. Στις προφυλακές, ακουγόταν μέσα στην νύχτα αδιάκοπο κύλισμα, μακρόσυρτη βροντή από άρματα μάχης και βαρύ πυροβολικό που ανέβαιναν στην οροθετική γραμμή. Ο μέραρχος πήρε αμέσως στο τηλέφωνο το Γενικό Επιτελείο, είπε : «Η προσωπική μου γνώμη είναι πως αύριο πρωί, ή κι’απόψε τη νύχτα, θα έχουμε ιταλική επίθεση». Ύστερα από σύντομη στιχομυθία, πρόσθεσε : «…Μπορώ να διαβεβαιώσω με κάθε πεποίθηση πως οι Ιταλοί δεν θα περάσουν το Καλπάκι».
Ανέβηκε να κοιμηθεί μετά τα μεσάνυχτα, αφού πια είχε δώσει τηλεφωνικώς στην προκάλυψη τις αναγκαίες οδηγίες. Τον ξύπνησαν στις τέσσερες και τέταρτο το πρωί. Τον ζητούσαν επειγόντως στο τηλέφωνο από το Γενικό Επιτελείο. Τον πληροφόρησαν πως η ώρα τρεις τη νύχτα είχε επιδοθεί στον πρωθυπουργό ιταλικό τελεσίγραφο που δήλωνε ότι, αν δεν γίνονταν δεκτοί οι όροι του, η ιταλική επίθεση θ’άρχιζε στις 6 το πρωί. Άρχισε στις πεντέμιση.»

(Άγγελος Τερζάκης, Η φιλοπατρία ως έννοια δυναμική).


«Σου γράφω… Κι όμως τόση είν’η σιγή που με κυκλώνει,
που, λέω, αν άνοιγα τα χείλη θ’άκουες τη φωνή μου…
Εχτές ακόμα όλο βροντούσε το κανόνι
σά νά βρουχιόνταν γύρω-γύρω στις κορφές λιοντάρια
σ’άγρια σφαγή, κι απάνωθέ του μας οι ατσαλένιοι
γυρνούσαν γυπαϊτοί, γυρνούσανε ολοένα,
τον ίσκιο ρίχνοντας του Χάρου και το Χάρο
στα νύχια τους κρατώντας…
………………………………………………………
Κι αυτό ‘ναι που με κάνει
την ώρα τούτη να Σου γράψω, φίλε,
να Σε ρωτήσω : «Είστ’έτοιμοι ή δεν είστε
να τη δεχτείτε τέτοιαν άνοιξη;»
Ίσως να πεις μπορεί την περιμένουν κάποιοι
τέτοια που λέω, βγαλμένη απ’το καμίνι
της μάχης, απ’τις μάχες πυρωμένη,
σάμπως χαλκό αναμμένο, με τη ζώνη
πολεμικά ζωσμένη, με τα μάτια
σα φλόγα και στα χείλη της απάνω
του λαού τη γλώσσα, απόκριση ζητώντας
στην ίδια γλώσσα απ’όλους σας…
………………………………………….
Πές μου, φίλε…
Αλλ’όχι… αλλ’όχι… Τι θα πείς, το ξέρω!
«Πνέμα γυμνό! Ευωδιά σπαθιού πλυμένου
μες στ’άχαρο αίμα των οχτρώνε! Νίκη,
νίκη στα σκιάχτρα απ’άκρη σ’άκρη… Τρόμος,
ναί, τρόμος στα φαντάσματα!....
Η Ελλάδα θε να γυρίσει να βρει την Ελλάδα!»
Φίλε χαίρε!

(Άγγελος Σικελιανός, Γράμμα από το μέτωπο)























«Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ένα μικρό δαδί, μια-μια εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’την κούραση ανυπόφερτο.Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σα τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’χε συνήθειό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως».

Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί




















«Στις 23/11/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το σύνταγμα να φύγει πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση που δεν έβλεπες ούτες θεό από της οξιές. Δο να μίνουμε κι να φθάσουμε που να μίνουμε άλος έπεφτε δόθε άλος γλίστραγε κίθε από της λάσπες και την κακοτοπιά άλο μουλάρι έβλεπες ήχε ντουμπαρίση και είχε πάη στο ρέμα άλο τα είχε γιρίση και το σίκοναν. Τη
να έβλεπες χάλια αδιόρθοτα. Στης 12 η όρα την νύχτα ανεβένουμε σε μια κοριφή ενός ψιλού βουνού και καθήσαμε να ξεκουραστούμε μα που να καθόσουν είχε μια πασπάλα χιόνη ρίξη και κατόπιν πάγο μας έκοψε το κρίο. Ξεκινίσαμε και προχορίσαμε ακόμη λίγη ανηφοργιά και κάτη λάσπες πιο χιρότερες που ούτε να σταθής δεν μπόριγες. Από την κατιφοριά προχορίσαμε ος το χάραγμα…»

(στρατιώτης Δ.Σιώτος – Σταθέικα)


















«Οι άντρες ξέρουν πως «η άνοιξη είναι δική μας». Δεν τους απασχολεί η ιταλική επίθεση που ξεθυμαίνει. Μονάχα οι νεκροί που είναι άταφοι. Δεν αντέχουν στα φλογισμένα χάδια της άνοιξης. Έτσι, η πληγή της γης άρχισε να σκορπίζει αναθυμιάσεις. Είναι η τελευταία διαμαρτυρία των νεκρών. Μπαίνουν τώρα κι αυτοί, με καινούρια μέσα, στον αγώνα. Τηρούν μιαν ουδετερότητα, που γίνεται ενεργητική συμμετοχή, ανάλογα με τον αέρα που φυσάει. Σαν ο άνεμος έρχεται απ’το Ελμπασάν και τη Γκλάβα, οι δικοί μας είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν με σφιχτοκλεισμένα τα στόματα. Και σα φυσάει νοτιάς, φέρνει μαζί του μυρουδιά από ανθισμένες μυγδαλιές κι’από λουλούδια του κάμπου. Τότε αντίκρυ οι Ιταλοί πνίγουνται απ’τα’ «ασφυξιογόνα».

(Λουκής Ακρίτας, Αρματωμένοι. Η φωνή της Ιστορίας)


«Ξέρω πως αυτό εδώ που είπα δεν θα το πιστέψετε. Όμως έτσι είναι. Κι αν ρωτήσεις άλλους που έτυχαν να είναι σ’αυτό το Μνήμα της Γριάς, τα ίδια θα σου πούνε. Ναι! Ζήσαν άνθρωποι νύχτες ολόκληρες έτσι δα. Με το στόμα κολλημένο στο παγωμένο σίδερο του ντουφεκιού παίρνοντας την ανάσα τους απ’τα εξήμισυ αυτά χιλιοστά. Κι άμα μπούκωνε η κάννη από το χιόνι τραβούσαν μια σφαίρα και καθάριζε. Δεκαπέντε μέρες που ήρθαμε, κάθε πρωί, μα κάθε πρωί, το ίδιο τηλεφώνημα μας στέλνει απάνω στο Μνήμα της Γριάς και σκάβομε σκάβομε, που μας βγαίνουνε τα χέρια. (…)
Και παλεύομε με τον αέρα, με το χιόνι, με το κρύο, με τους ανήφορους που μας λαχανιάζουνε∙ ξυλιάζομε, τρέμομε, ζαρώνομε μέρα με τη μέρα, κι όμως ζούμε κι αγωνιζόμαστε. Άμα γυρίζομε, παγωμένοι και φορτωμένοι χιόνι, οι φωτιές είναι σβησμένες, τ’αντίσκηνα, ανοιχτά, γεμίσαν χιόνι, και πρέπει να κάτσομε έτσι δα, ν’ανάψομε τις φωτιές μας, να καθαρίσομε το αντίσκηνο από τα χιόνια που μπήκαν, να το τεντώσομε, γιατί στάζει, κι ύστερα να βγάλομε τη μουσκεμένη χλαίνη, την κουκούλα, τις αρβύλες που ήπιαν όσο μπορούσαν, να στραγγίξομε τις κάλτσες και να τα στεγνώσομε ολ’αυτά στη φωτιά, απλώνοντας τα γυμνά μας πόδια όσο παίρνει κοντά στη φλόγα να ζεσταθούνε».

(Άγγελος Βλάχος, Το μνήμα της γριάς)


«Είναι μέσα στη ζωή των ατόμων, όπως και μέσα στη ζωή των λαών, μερικές ημερομηνίες που στέκονται σαν ορόσημα και υψώνουνται σαν βίγλες. Εκεί λοιπόν που περπατάμε την καθημερινή μας χαμοζωή, σκυφτοί κάτω από το βάρος της βιοπάλης, σκυθρωποί από τα πάθη και τα ιδιωτικά συμφέροντα, βλοσυροί από τον ανελέητον αγώνα για την ύπαρξη, ακούμε τις ιερές καμπάνες να σημαίνουν τον όρθρο της ψυχής και ξαφνιαζόμαστε. Σταματάμε μεσοστρατίς και βλέπουμε μπροστά μας την ψηλή κορφή. Η καρδιά γεμίζει αναγάλλια, τα μάτια βουρκώνουν. Ω! την ξαίρουμε τούτη την υψηλότατη σκοπιά, στην κορυφή της ανεμίζει χαιρετιστικά η σημαία που υψώσαμε με τα ματωμένα μας χέρια. Με τούτα τα δικά μας χέρια, με των πατεράδων μας, με των προγόνων μας τα χέρια. (…)
       Τότες μια λαχτάρα ξεπηδάει από την καρδιά μας. Νανεβούμε την ψηλή κορυφή, να σταθούμε ορθοί στην ακρότατην άκρην, εκεί που ο ουρανός είναι ανοιχτός και οι ορίζοντες αποτραβιούνται στ’απόμακρα. Να βάλουμε αντήλιο το χέρι κι’από κει ψηλά ν’αγναντέψουμε τα περασμένα, να μαντέψουμε και τα μελλούμενα. Από πού ήρθαμε. Ποιες στράτες περάσαμε. Σε ποια ριζικά τραβάμε. (…)
       Σήμερα ανεβαίνουμε την πιο ψηλή Βίγλα της νεώτατης ιστορίας μας. Ένας λαός οχτώ εκατομμύρια ψυχές, βαδίζει στο προσκύνημά του με τάξη, με σιωπή, με περισυλλογή. Ας παραμερίσουν οι δημοκόποι, ας κρυφτούν οι ένοχοι και οι δειλοί».

(Στρατής Μυριβήλης, Το πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου)


ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τα αποσπάσματα των κειμένων προέρχονται από το βιβλίο : «28 Οκτωβρίου 1940. Η Ελλάδα                        στο χαράκωμα της ελευθερίας», εκδ. Ευθύνη, Αθήνα, 1996.
                       Οι εφημερίδες προέρχονται από το λέυκωμα : «Το Έπος του ’40. Λαϊκή εικονογραφία», εκδ.
                       Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 1987.
                        Οι  φωτογραφίες και το τετράδιο προέρχονται από τα οικογενειακά αρχεία Π.Σιώτου,                                    Θ.Χριστόπουλου και Ι.Καράμπελα και έχουν κατοχυρωθεί σύμφωνα με την κείμενη                           νομοθεσία για την δημοσίευση αρχειακού υλικού και την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.




      
Επιμέλεια παρουσίασης : Γεώργιος Κόνδης