«Η εικοστή ογδόη του Οκτωβρίου ανήκει στις μεγάλες μέρες του Έθνους. Πρέπει να την ξανασυλλογιζόμαστε κάθε φορά που ξανάρχεται. Να την κάνουμε παραμύθι εμείς , που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τη ζήσαμε. Να τη λέμε στα παιδιά μας, κ’εκείνα στα παιδιά των παιδιών τους. Κ’έτσι πάντα να γίνεται. Και το παραμύθι να μην είναι ψυχρό, χωρίς χρώμα και χωρίς ψυχή∙ και αδιάφορο. Να έχη κάτι από τον πόνο μας, από τον καημό μιας φυλής, από το πάθος μας και την περηφάνεια μας. Έτσι, καθώς στα πανάρχαια χρόνια. Έτσι καθώς στα νεώτερα χρόνια, με το Εικοσιένα, τον μεγάλο Αγώνα».
(Ι.Μ.Παναγιωτόπουλος, Η όρθια ψυχή)
«Η 27η Οκτωβρίου, Κυριακή, πέρασε στην Αθήνα ήρεμη. Η νύχτα προς την 28η, στην Ήπειρο, στα Γιάννινα, είταν βροχερή πολύ. Αργά το βράδι, στο οίκημα της Όγδοης Μεραρχίας, συνεργάζονταν ο Διοικητής της με τον Επιτελάρχη του και τον Διοικητή του ΙΙΙ γραφείου, του γραφείου Επιχειρήσεων. Η κατάσταση γι’αυτούς που κάτι ήξεραν, είταν σοβαρή. Δυο ημέρες πριν, είχε τηλεφωνήσει από ψηλά, την Πίνδο, ο συνταγματάρχης Δαβάκης, πως αντίκρυ του τα ιταλικά τμήματα είχανε πάρει διάταξη επιθετική. Η πληροφορία επιβεβαιώθηκε σε λίγο από μηνύματα του μετώπου της Όγδοης μεραρχίας. Στις προφυλακές, ακουγόταν μέσα στην νύχτα αδιάκοπο κύλισμα, μακρόσυρτη βροντή από άρματα μάχης και βαρύ πυροβολικό που ανέβαιναν στην οροθετική γραμμή. Ο μέραρχος πήρε αμέσως στο τηλέφωνο το Γενικό Επιτελείο, είπε : «Η προσωπική μου γνώμη είναι πως αύριο πρωί, ή κι’απόψε τη νύχτα, θα έχουμε ιταλική επίθεση». Ύστερα από σύντομη στιχομυθία, πρόσθεσε : «…Μπορώ να διαβεβαιώσω με κάθε πεποίθηση πως οι Ιταλοί δεν θα περάσουν το Καλπάκι».
Ανέβηκε να κοιμηθεί μετά τα μεσάνυχτα, αφού πια είχε δώσει τηλεφωνικώς στην προκάλυψη τις αναγκαίες οδηγίες. Τον ξύπνησαν στις τέσσερες και τέταρτο το πρωί. Τον ζητούσαν επειγόντως στο τηλέφωνο από το Γενικό Επιτελείο. Τον πληροφόρησαν πως η ώρα τρεις τη νύχτα είχε επιδοθεί στον πρωθυπουργό ιταλικό τελεσίγραφο που δήλωνε ότι, αν δεν γίνονταν δεκτοί οι όροι του, η ιταλική επίθεση θ’άρχιζε στις 6 το πρωί. Άρχισε στις πεντέμιση.»
(Άγγελος Τερζάκης, Η φιλοπατρία ως έννοια δυναμική).
«Σου γράφω… Κι όμως τόση είν’η σιγή που με κυκλώνει,
που, λέω, αν άνοιγα τα χείλη θ’άκουες τη φωνή μου…
Εχτές ακόμα όλο βροντούσε το κανόνι
σά νά βρουχιόνταν γύρω-γύρω στις κορφές λιοντάρια
σ’άγρια σφαγή, κι απάνωθέ του μας οι ατσαλένιοι
γυρνούσαν γυπαϊτοί, γυρνούσανε ολοένα,
τον ίσκιο ρίχνοντας του Χάρου και το Χάρο
στα νύχια τους κρατώντας…
………………………………………………………
Κι αυτό ‘ναι που με κάνει
την ώρα τούτη να Σου γράψω, φίλε,
να Σε ρωτήσω : «Είστ’έτοιμοι ή δεν είστε
να τη δεχτείτε τέτοιαν άνοιξη;»
Ίσως να πεις μπορεί την περιμένουν κάποιοι
τέτοια που λέω, βγαλμένη απ’το καμίνι
της μάχης, απ’τις μάχες πυρωμένη,
σάμπως χαλκό αναμμένο, με τη ζώνη
πολεμικά ζωσμένη, με τα μάτια
σα φλόγα και στα χείλη της απάνω
του λαού τη γλώσσα, απόκριση ζητώντας
στην ίδια γλώσσα απ’όλους σας…
………………………………………….
Πές μου, φίλε…
Αλλ’όχι… αλλ’όχι… Τι θα πείς, το ξέρω!
«Πνέμα γυμνό! Ευωδιά σπαθιού πλυμένου
μες στ’άχαρο αίμα των οχτρώνε! Νίκη,
νίκη στα σκιάχτρα απ’άκρη σ’άκρη… Τρόμος,
ναί, τρόμος στα φαντάσματα!....
Η Ελλάδα θε να γυρίσει να βρει την Ελλάδα!»
Φίλε χαίρε!
(Άγγελος Σικελιανός, Γράμμα από το μέτωπο)
«Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ένα μικρό δαδί, μια-μια εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’την κούραση ανυπόφερτο.Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σα τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το’χε συνήθειό του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως».
Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί
«Στις 23/11/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το σύνταγμα να φύγει πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση που δεν έβλεπες ούτες θεό από της οξιές. Δο να μίνουμε κι να φθάσουμε που να μίνουμε άλος έπεφτε δόθε άλος γλίστραγε κίθε από της λάσπες και την κακοτοπιά άλο μουλάρι έβλεπες ήχε ντουμπαρίση και είχε πάη στο ρέμα άλο τα είχε γιρίση και το σίκοναν. Τη
να έβλεπες χάλια αδιόρθοτα. Στης 12 η όρα την νύχτα ανεβένουμε σε μια κοριφή ενός ψιλού βουνού και καθήσαμε να ξεκουραστούμε μα που να καθόσουν είχε μια πασπάλα χιόνη ρίξη και κατόπιν πάγο μας έκοψε το κρίο. Ξεκινίσαμε και προχορίσαμε ακόμη λίγη ανηφοργιά και κάτη λάσπες πιο χιρότερες που ούτε να σταθής δεν μπόριγες. Από την κατιφοριά προχορίσαμε ος το χάραγμα…»
(στρατιώτης Δ.Σιώτος – Σταθέικα)
«Οι άντρες ξέρουν πως «η άνοιξη είναι δική μας». Δεν τους απασχολεί η ιταλική επίθεση που ξεθυμαίνει. Μονάχα οι νεκροί που είναι άταφοι. Δεν αντέχουν στα φλογισμένα χάδια της άνοιξης. Έτσι, η πληγή της γης άρχισε να σκορπίζει αναθυμιάσεις. Είναι η τελευταία διαμαρτυρία των νεκρών. Μπαίνουν τώρα κι αυτοί, με καινούρια μέσα, στον αγώνα. Τηρούν μιαν ουδετερότητα, που γίνεται ενεργητική συμμετοχή, ανάλογα με τον αέρα που φυσάει. Σαν ο άνεμος έρχεται απ’το Ελμπασάν και τη Γκλάβα, οι δικοί μας είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν με σφιχτοκλεισμένα τα στόματα. Και σα φυσάει νοτιάς, φέρνει μαζί του μυρουδιά από ανθισμένες μυγδαλιές κι’από λουλούδια του κάμπου. Τότε αντίκρυ οι Ιταλοί πνίγουνται απ’τα’ «ασφυξιογόνα».
(Λουκής Ακρίτας, Αρματωμένοι. Η φωνή της Ιστορίας)
«Ξέρω πως αυτό εδώ που είπα δεν θα το πιστέψετε. Όμως έτσι είναι. Κι αν ρωτήσεις άλλους που έτυχαν να είναι σ’αυτό το Μνήμα της Γριάς, τα ίδια θα σου πούνε. Ναι! Ζήσαν άνθρωποι νύχτες ολόκληρες έτσι δα. Με το στόμα κολλημένο στο παγωμένο σίδερο του ντουφεκιού παίρνοντας την ανάσα τους απ’τα εξήμισυ αυτά χιλιοστά. Κι άμα μπούκωνε η κάννη από το χιόνι τραβούσαν μια σφαίρα και καθάριζε. Δεκαπέντε μέρες που ήρθαμε, κάθε πρωί, μα κάθε πρωί, το ίδιο τηλεφώνημα μας στέλνει απάνω στο Μνήμα της Γριάς και σκάβομε σκάβομε, που μας βγαίνουνε τα χέρια. (…)
Και παλεύομε με τον αέρα, με το χιόνι, με το κρύο, με τους ανήφορους που μας λαχανιάζουνε∙ ξυλιάζομε, τρέμομε, ζαρώνομε μέρα με τη μέρα, κι όμως ζούμε κι αγωνιζόμαστε. Άμα γυρίζομε, παγωμένοι και φορτωμένοι χιόνι, οι φωτιές είναι σβησμένες, τ’αντίσκηνα, ανοιχτά, γεμίσαν χιόνι, και πρέπει να κάτσομε έτσι δα, ν’ανάψομε τις φωτιές μας, να καθαρίσομε το αντίσκηνο από τα χιόνια που μπήκαν, να το τεντώσομε, γιατί στάζει, κι ύστερα να βγάλομε τη μουσκεμένη χλαίνη, την κουκούλα, τις αρβύλες που ήπιαν όσο μπορούσαν, να στραγγίξομε τις κάλτσες και να τα στεγνώσομε ολ’αυτά στη φωτιά, απλώνοντας τα γυμνά μας πόδια όσο παίρνει κοντά στη φλόγα να ζεσταθούνε».
(Άγγελος Βλάχος, Το μνήμα της γριάς)
«Είναι μέσα στη ζωή των ατόμων, όπως και μέσα στη ζωή των λαών, μερικές ημερομηνίες που στέκονται σαν ορόσημα και υψώνουνται σαν βίγλες. Εκεί λοιπόν που περπατάμε την καθημερινή μας χαμοζωή, σκυφτοί κάτω από το βάρος της βιοπάλης, σκυθρωποί από τα πάθη και τα ιδιωτικά συμφέροντα, βλοσυροί από τον ανελέητον αγώνα για την ύπαρξη, ακούμε τις ιερές καμπάνες να σημαίνουν τον όρθρο της ψυχής και ξαφνιαζόμαστε. Σταματάμε μεσοστρατίς και βλέπουμε μπροστά μας την ψηλή κορφή. Η καρδιά γεμίζει αναγάλλια, τα μάτια βουρκώνουν. Ω! την ξαίρουμε τούτη την υψηλότατη σκοπιά, στην κορυφή της ανεμίζει χαιρετιστικά η σημαία που υψώσαμε με τα ματωμένα μας χέρια. Με τούτα τα δικά μας χέρια, με των πατεράδων μας, με των προγόνων μας τα χέρια. (…)
Τότες μια λαχτάρα ξεπηδάει από την καρδιά μας. Νανεβούμε την ψηλή κορυφή, να σταθούμε ορθοί στην ακρότατην άκρην, εκεί που ο ουρανός είναι ανοιχτός και οι ορίζοντες αποτραβιούνται στ’απόμακρα. Να βάλουμε αντήλιο το χέρι κι’από κει ψηλά ν’αγναντέψουμε τα περασμένα, να μαντέψουμε και τα μελλούμενα. Από πού ήρθαμε. Ποιες στράτες περάσαμε. Σε ποια ριζικά τραβάμε. (…)
Σήμερα ανεβαίνουμε την πιο ψηλή Βίγλα της νεώτατης ιστορίας μας. Ένας λαός οχτώ εκατομμύρια ψυχές, βαδίζει στο προσκύνημά του με τάξη, με σιωπή, με περισυλλογή. Ας παραμερίσουν οι δημοκόποι, ας κρυφτούν οι ένοχοι και οι δειλοί».
(Στρατής Μυριβήλης, Το πνεύμα της 28ης Οκτωβρίου)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Τα αποσπάσματα των κειμένων προέρχονται από το βιβλίο : «28 Οκτωβρίου 1940. Η Ελλάδα στο χαράκωμα της ελευθερίας», εκδ. Ευθύνη, Αθήνα, 1996.
Οι εφημερίδες προέρχονται από το λέυκωμα : «Το Έπος του ’40. Λαϊκή εικονογραφία», εκδ.
Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 1987.
Οι φωτογραφίες και το τετράδιο προέρχονται από τα οικογενειακά αρχεία Π.Σιώτου, Θ.Χριστόπουλου και Ι.Καράμπελα και έχουν κατοχυρωθεί σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία για την δημοσίευση αρχειακού υλικού και την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας.
Επιμέλεια παρουσίασης : Γεώργιος Κόνδης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου